Αναζήτησες τη λέξη "тротуар" στα Ρωσικά

907.mp3 тротуар

(Существительное)

(тро-ту-ар, γεν. -а,
πληθ. -ы, γεν. -ов)

πεζοδρόμιο πεζοδρόμιο (το)

(Ουσιαστικό)

(πε-ζο-δρό-μι-ο, γεν. -ου,
πληθ. -α, γεν. -ων)

907.mp3 trotuar

(Emër)

(tro-tu-ar, gj. -it,
sh. -ët, gj. -ëve)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я