Αναζήτησες τη λέξη "όραση" στα Ελληνικά

όραση όραση (η)

(Ουσιαστικό)

(ό-ρα-ση, γεν. -ης, -εως)

849.mp3 të parët

(Emër)

(të pa-rët, gj. -ët)

849.mp3 зрение

(Существительное)

(зре-ни-е, γεν. -я)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я