Αναζήτησες τη λέξη "ορμή" στα Ελληνικά

ορμή ορμή (η)

(Ουσιαστικό)

(ορ-μή, γεν. -ής,
πληθ. -ές)

857.mp3 vrull

(Emër)

(vrull, gj. -it)

857.mp3 напор
audio/mp3/ru/other/857b.mp3 сила

(Существительное)

(на-пор, γεν. -а)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я