Αναζήτησες τη λέξη "ολόκληρος" στα Ελληνικά

ολόκληρος ολόκληρος, -η, -ο

(Επίθετο)

(ο-λό-κλη-ρος, γεν. -ου, -ης, -ου,
πληθ. -οι, -ες, -α)

835.mp3 i tërë

(PerEmër)

(i të-rë)

835.mp3 целый, -ая, -ое

(Прилагательное)

(це-лый, γεν. -ого, -ой, -ого,
πληθ. -ые, -ые, -ые)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я