Αναζήτησες τη λέξη "μερόνυχτο" στα Ελληνικά

μερόνυχτο μερόνυχτο (το)

(Ουσιαστικό)

(με-ρό-νυ-χτο, γεν. -ου,
πληθ. -α)

730.mp3 natë e ditë

(Emër/Lidhez)

(na-të e di-të)

730.mp3 сутки

(Существительное)

(сут-ки)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я