Αναζήτησες τη λέξη "μερίδα" στα Ελληνικά

μερίδα μερίδα (η)

(Ουσιαστικό)

(με-ρί-δα, γεν. -ας,
πληθ. -ες, γεν. -ων)

727.mp3 pjesë

(Emër)

(pje-së, gj. -ës,
sh. -ët, gj. -ëve)

727.mp3 порция

(Существительное)

(пор-ци-я, γεν. -и,
πληθ. -и, γεν. -й)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я