Αναζήτησες τη λέξη "μανιτάρι" στα Ελληνικά

μανιτάρι μανιτάρι (το)

(Ουσιαστικό)

(μα-νι-τά-ρι, γεν. -ιού,
πληθ. -ια, γεν. -ιών)

701.mp3 kërpudhë

(Emër)

(kër-pu-dhë, gj. -ës,
sh. -at, gj. -ave)

701.mp3 гриб

(Существительное)

(гриб, γεν. -а,
πληθ. -ы, γεν. -ов)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я