Αναζήτησες τη λέξη "μανάβης" στα Ελληνικά

μανάβης μανάβης (ο)

(Ουσιαστικό)

(μα-νά-βης, γεν. -η,
πληθ. -ηδες, γεν. -ηδων)

699.mp3 perimeshitës

(Emër)

(pe-ri-me-shi-tës, gj. -it,
sh. -it, gj. -sve)

699.mp3 зеленщик

(Существительное)

(зе-лен-щик, γεν. -а,
πληθ. -и, γεν. -ов)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я