Αναζήτησες τη λέξη "μάσημα" στα Ελληνικά

μάσημα μάσημα (το)

(Ουσιαστικό)

(μά-ση-μα, γεν. -ατος)

708.mp3 përtypje

(Emër)

(për-ty-pje, gj. -es,
sh. -et, gj. -eve)

708.mp3 жевание

(Существительное)

(же-ва-ни-е, γεν. -я)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я