Αναζήτησες τη λέξη "μάρμαρο" στα Ελληνικά

μάρμαρο μάρμαρο (το)

(Ουσιαστικό)

(μάρ-μα-ρο, γεν. -ου,
πληθ. -α, γεν. -ων)

705.mp3 mermer

(Emër)

(mer-mer, gj. -it,
sh. -et, gj. -eve)

705.mp3 мрамор

(Существительное)

(мра-мор, γεν. -а)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я