Αναζήτησες τη λέξη "ζωγραφίζω" στα Ελληνικά

ζωγραφίζω ζωγραφίζω

(Ρήμα)

(ενεστ. ζω-γρα-φί-ζω, αόρ. ζωγράφισα,
παθ. αόρ. ζωγραφίστηκα, παθ. μτχ. ζωγραφισμένος)

401.mp3 pikturoj

(Folje)

(e tashme pi-ktu-roj, e kr. thj v. vizatova,
e kr. thj. jov. u vizatova, pjesore vizatuar)

401.mp3 рисовать

(Глагол)

(ενεστ. ри-со-вать, αόρ. нарисовал (муж.), -а (жен.), -о (ср.),
παθ. αόρ. нарисовался (муж.), -ась (жен.), -ось (ср.), παθ. μτχ. нарисованный)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я