Αναζήτησες τη λέξη "δροσίζω" στα Ελληνικά

δροσίζω δροσίζω

(Ρήμα)

(ενεστ. δρο-σί-ζω, αόρ. δρόσισα,
παθ. αόρ. δροσίστηκα, παθ. μτχ. δροσισμένος)

278.mp3 freskoj

(Folje)

(e tashme fre-skoj, e kr. thj v. freskova,
e kr. thj. jov. u freskova, pjesore freskuar)

278.mp3 освежать

(Глагол)

(ενεστ. ос-ве-жать, αόρ. освежил (муж.), -а (жен.), -о (ср.),
παθ. αόρ. освежился (муж.), -ась (жен.), -ось (ср.), παθ. μτχ. освежённый)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я