Αναζήτησες τη λέξη "διδάσκω" στα Ελληνικά

διδάσκω διδάσκω

(Ρήμα)

(ενεστ. δι-δά-σκω, αόρ. δίδαξα,
παθ. αόρ. διδάχθηκα, παθ. μτχ. διδαγμένος)

263.mp3 mësoj

(Folje)

(e tashme më-soj, e kr. thj v. mësova,
e kr. thj. jov. u mësova, pjesore mësuar)

263.mp3 преподавать

(Глагол)

(ενεστ. пре-по-да-вать, αόρ. преподавал (муж.), -а (жен.), -о (ср.),
παθ. αόρ. преподавался (муж.), -ась (жен.), -ось (ср.), παθ. μτχ. преподававшийся)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я