Αναζήτησες τη λέξη "δεσμός" στα Ελληνικά

δεσμός δεσμός (ο)

(Ουσιαστικό)

(δε-σμός, γεν. -ού,
πληθ. -οί, γεν. -ών)

235.mp3 lidhje

(Emër)

(li-dhje, gj. -es,
sh. -et, gj. -eve)

235.mp3 узы
audio/mp3/ru/other/235b.mp3 связь

(Существительное)

(у-зы)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я