Αναζήτησες τη λέξη "δάπεδο" στα Ελληνικά

δάπεδο δάπεδο (το)

(Ουσιαστικό)

(δά-πε-δο, γεν. -ου,
πληθ. -α, γεν. -ων)

223.mp3 dysheme

(Emër)

(dy-she-me, gj. -së,
sh. -të, gj. -eve)

223.mp3 пол

(Существительное)

(пол , γεν. -а,
πληθ. -ы, γεν. -ов)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я