Αναζήτησες τη λέξη "βόσκω" στα Ελληνικά

βόσκω βόσκω

(Ρήμα)

(ενεστ. βό-σκω, αόρ. βόσκησα,
παθ. αόρ. βοσκήθηκα, παθ. μτχ. βοσκημένος)

150.mp3 kullos

(Folje)

(e tashme ku-llos, e kr. thj v. kullosa,
e kr. thj. jov. u kullosa, pjesore kullotur)

150.mp3 пасти

(Глагол)

(ενεστ. пас-ти, αόρ. пас (муж.), -ла (жен.), -ло (ср.),
παθ. αόρ. пасся (муж.), -лась (жен.), -лось (ср.), παθ. μτχ. пасшийся)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я