Αναζήτησες τη λέξη "βράζω" στα Ελληνικά

βράζω βράζω

(Ρήμα)

(ενεστ. βρά-ζω, αόρ. έβρασα,
παθ. μτχ. βρασμένος)

158.mp3 vloj

(Folje)

(e tashme vloj, e kr. thj v. vlova,
e kr. thj. jov. u vlova, pjesore vluar)

158.mp3 кипеть
audio/mp3/ru/other/158b.mp3 варить

(Глагол)

(ενεστ. ки-петь, αόρ. закипел (муж.), -а (жен.), -о (ср.),
παθ. μτχ. закипевший)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я