Αναζήτησες τη λέξη "βάλτος" στα Ελληνικά

βάλτος βάλτος (ο)

(Ουσιαστικό)

(βάλ-τος, γεν. -ου,
πληθ. -οι, γεν. -ων)

110.mp3 kënetë

(Emër)

(kë-ne-të, gj. -ës,
sh. -at, gj. -ave)

110.mp3 болото

(Существительное)

(бо-ло-то, γεν. -а,
πληθ. -а)

Μπορείς να ψάξεις λέξεις με βάση το αρχικό τους γράμμα!

Ελληνικά: Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Αλβανικά: A B C Ç D Dh E Ë F G Gj H I J K L Ll M N Nj O P Q R Rr S Sh T Th U V X Xh Y Z Zh

Ρωσικά: А Б В Г Д Е Ё Ж З И Й К Л М Н О П Р С Т У Ф Х Ц Ч Ш Щ Ъ Ы Ь Э Ю Я