Αναζήτησες τη λέξη "χρώμα" στα Ελληνικά
![]() ![]() |
![]() ![]() |
![]() ![]() |
---|---|---|
χρώμα χρώμα (το) (Ουσιαστικό) (χρώ-μα, γεν. -ατος, πληθ. -ατα, γεν. -άτων) | 1162.mp3 ngjyrë (Emër) (ngjy-rë, gj. -ës, sh. -at, gj. -ave) | 1162.mp3 цвет (Существительное) (цвет, γεν. -а, πληθ. -а, γεν. -ов) |