Αναζήτησες τη λέξη "φρούτο" στα Ελληνικά
![]() ![]() |
![]() ![]() |
![]() ![]() |
---|---|---|
φρούτο φρούτο (το) (Ουσιαστικό) (φρού-το, γεν. -ου, πληθ. -α, γεν. -ων) | 1120.mp3 frutë (Emër) (fru-të, gj. -ës, sh. -at, gj. -ave) | 1120.mp3 фрукт (Существительное) (фрукт, γεν. -а, πληθ. -ы, γεν. -ов) |