Αναζήτησες τη λέξη "πετάλι" στα Ελληνικά
![]() ![]() |
![]() ![]() |
![]() ![]() |
---|---|---|
πετάλι πετάλι (το) (Ουσιαστικό) (πε-τά-λι, γεν. -ιού, πληθ. -ια) | 917.mp3 pedale (Emër) ( pe-da-le, gj. -es, sh. -et, gj. -eve) | 917.mp3 педаль (Существительное) (пе-даль, γεν. -и, πληθ. -и, γεν. -ей) |