Αναζήτησες τη λέξη "παπούτσι" στα Ελληνικά
![]() ![]() |
![]() ![]() |
![]() ![]() |
---|---|---|
παπούτσι παπούτσι (το) (Ουσιαστικό) (πα-πού-τσι, γεν. -ιού, πληθ. -ια, γεν. -ιών) | 891.mp3 këpucë (Emër) (kë-pu-cë, gj. -ës, sh. -ët, gj. -ëve) | 891.mp3 обувь (Существительное) (о-бувь, γεν. -и) |