Αναζήτησες τη λέξη "κορμός" στα Ελληνικά
![]() ![]() |
![]() ![]() |
![]() ![]() |
---|---|---|
κορμός κορμός (ο) (Ουσιαστικό) (κορ-μός, γεν. -ού, πληθ. -οί, γεν. -ών) | 574.mp3 trung (Emër) (trung, gj. -ut, sh. -et, gj. -eve) | 574.mp3 ствол (Существительное) (ствол, γεν. -а, πληθ. -ы, γεν. -ов) |