Αναζήτησες τη λέξη "καταφέρνω" στα Ελληνικά
![]() ![]() |
![]() ![]() |
![]() ![]() |
---|---|---|
καταφέρνω καταφέρνω (Ρήμα) (ενεστ. κα-τα-φέρ-νω, αόρ. κατάφερα) | 506.mp3 mund (Folje) (e tashme mund) | 506.mp3 достигать (Глагол) (ενεστ. дос-ти-гать, αόρ. достиг (муж.), -ла (жен.), -ло (ср.), |