Αναζήτησες τη λέξη "ηλικία" στα Ελληνικά
![]() ![]() |
![]() ![]() |
![]() ![]() |
---|---|---|
ηλικία ηλικία (η) (Ουσιαστικό) (η-λι-κί-α, γεν. -ας, πληθ. -ες) | 411.mp3 moshë (Emër) (mo-shë, gj. -ës, sh. -at, gj. -ave) | 411.mp3 возраст (Существительное) (воз-раст, γεν. -а, πληθ. -ы, γεν. -ов) |