Αναζήτησες τη λέξη "επιβιώνω" στα Ελληνικά
![]() ![]() |
![]() ![]() |
![]() ![]() |
---|---|---|
επιβιώνω επιβιώνω (Ρήμα) (ενεστ. ε-πι-βι-ώ-νω, αόρ. επιβίωσα) | 349.mp3 mbijetoj (Folje) (e tashme mbi-je-toj) | 349.mp3 выживать (Глагол) (ενεστ. вы-жи-вать, αόρ. выжил (муж.), -а (жен.), -о (ср.)) |