Αναζήτησες τη λέξη "έκπτωση" στα Ελληνικά
![]() ![]() |
![]() ![]() |
![]() ![]() |
---|---|---|
έκπτωση έκπτωση (η) (Ουσιαστικό) (έκ-πτω-ση, γεν. -ης, -εως, πληθ. -εις, γεν. -εων) | 313.mp3 ulje (Emër) (ul-je, gj. -es, sh. -et, gj. -eve) | 313.mp3 скидка (Существительное) (скид-ка, γεν. -и, πληθ. -и) |