Αναζήτησες τη λέξη "dysheme" στα Αλβανικά
![]() ![]() |
![]() ![]() |
![]() ![]() |
---|---|---|
223.mp3 dysheme (Emër) (dy-she-me, gj. -së, sh. -të, gj. -eve) | δάπεδο δάπεδο (το) (Ουσιαστικό) (δά-πε-δο, γεν. -ου, πληθ. -α, γεν. -ων) | 223.mp3 пол (Существительное) (пол , γεν. -а, πληθ. -ы, γεν. -ов) |